Όπως και να ‘χει, η επιταγή της εξουσίας βασίζεται στο αδύναμο σημείο μας. Πολλές φορές, είναι δύσκολο να το αναγνωρίσουμε, κι αυτό γιατί το σημείο τούτο χαρακτηρίζεται από μεγάλη ανομοιογένεια ανάμεσα στους πολίτες. Κυρίαρχα, λόγω της καθαρά ταξικής κοινωνίας μέσα στην οποία ζούμε. Οι άρχοντες όμως είναι από μόνοι τους ένας «κήπος» διαφορετικότητας και έτσι , για όλους έχει ο «μπαχτσές». Πώς λοιπόν, απαλλασσόμαστε από το αδύναμο σημείο; Πώς μπορεί η επιλογή μας εμπρός από την κάλπη να μην στηρίζεται στο θυμικό μας; Είναι σώφρον να ψηφίζει κανείς λογικά και ανεξάρτητα από το πώς αισθάνεται; Ή μήπως τελικά, το συναίσθημα είναι ο καλύτερος σύμβουλος; Ίσως κάπου στη μέση είναι η αλήθεια. Σήμερα, μας ενημερώνουν ότι αναμετρώνται δύο συναισθήματα: ο φόβος και η ελπίδα. Ή ακόμη χειρότερα, θα μπορούσε κανείς να διαβάσει τις συνεπαγωγές και στις δύο ρητορικές. Η μία είναι ξεκάθαρη: ο φόβος εξόδου από την Ευρώπη και χρεωκοπία και η δεύτερη επίσης: η ελπίδα για ελάφρυνση του χρέους και...
…Κι έτσι, εμείς θα γράψουμε πάλι τα ποιήματα, αυτά που σκιαγραφούν την «αύριο». Θα πούμε την αλήθεια μας, θα καταγράψουμε τα όνειρα: σκοτεινούς κύκλους ανθρώπων και ξύλινων μεγάλων αετών στημένοι εναλλάξ σε θέση μυστηριακή, σε θέση μάχης με τις λάμψεις των άστρων Θα γράψουμε πάλι τα ποιήματα με τις παλιές λέξεις, αυτές που λιώνουν κάτω από το φως των αρχαίων κεριών, κάτω από το άγγιγμα της αιώνιας αφής τους. Αυτές οι λέξεις. Που σημαίνουν ήχους άλαλους, απόκληρους, Ήχους του ηδονοβλεψία μπρος στη συνουσία της βρόχινης σταγόνας με το παραθύρι σου. Οι πόρτες της όποιας άνοιξης θα ανοίξουν πλεονασμούς, Το φως, άλλωστε, δεν παλεύει όπως και η αδιαίρετη ψυχή που βρίσκει πάντα το μονοπάτι της. Θα γράψουμε τα ποιήματα της τελευταίας ώρας, όπως κάθε ώρας που μοιάζει τελευταία όπως κάθε πνοής που μετρά αντίστροφα. «Η ζωή μας φέρνει πιο κοντά στο θάνατο» Θα ξεστομίσω πολλά ακόμη κοινότυπα μόνο για να σου μοιάσω, να μπήξω βαθιά μέσα μου ...
«Τα βουνά έχουν ψηλώσει πια για μένα, εσείς τώρα πρέπει να τα ανεβείτε» Συν-πεζοπόρος κάπου στο Δυτικό Μαίναλο, ετών 70 Υπό το πρίσμα της άνοιξης, βρέθηκα μπροστά σε μία ανεμώνα. Ήταν κατακόκκινη και ψηλή, λεπτή, κεχαριτωμένη. Κομμένη από τη ρίζα της Μου φάνηκε κάπως βασανισμένη κι όταν γύρισα στο σπίτι πότισα την ορχιδέα μου με ευλάβεια μυστική. Ένιωσα, τότε, τον αέρα μέσα στο σαλόνι να την αγκαλιάζει, θαρρείς και το πρόσταγμα ήταν ολόκληρη η φύση να συμπεριφερθεί σαν μάνα. Υπό το πρίσμα της άνοιξης, κρατώντας πολύ προσεκτικά την επιθυμία μου, Έσκυψα και την φίλησα. Η ορχιδέα μου χαμογέλασε, είμαι σχεδόν σίγουρη πως χάρηκε βαθιά. Κι εγώ γαλήνεψα, υπό το πρίσμα της άνοιξης. Κι ας βρέθηκα στα προχθές σε μια χιονισμένη πλαγιά. Ο χειμώνας, ένιωθα, πως είχε ήδη χάσει. Η οργή μου είχε καταλαγιάσει, κι έφτανε μόνον αυτό το βουνό να τη δαμάσει Να με δαμάσει, κι ας ανέμιζαν τα μαλλιά μου κι η ελευθερία μου. Να με δαμάσει στους σχετικούς αυτούς χρό...
Comments
Post a Comment