Ήθελα να σου γράψω εδώ και μέρες.

Ήθελα να σου γράψω εδώ και μέρες.
Το δωμάτιο στο μισοσκόταδο, μοιάζει θολό. Η μυρωδιά του ύπνου μου έχει ποτίσει τους τοίχους. Το σκέφτομαι ξανά, αν θα πρέπει να ανοίξω την πόρτα του μπαλκονιού, μα φοβάμαι ότι ο καθαρός αέρας θα πάρει μαζί του την ουσία μου. Το παντζούρι είναι κατεβασμένο. Δεν έχω κουρτίνες ακόμη και φοβάμαι τον ήλιο σκέτο. Τον αποφεύγω.
Το φως μπαίνει βίαια από τις τρύπες του πατζουριού και διακριτοποιείται ανώφελα. Σαν μικρές νεκρές πυγολαμπίδες που σέρνονται σε μεγάλο μήκος αβεβαιότητας. Τα quartz, αυτά σκέφτομαι και χαμογελώ. Τα quartz της ελπίδας που με χτυπάν ανελέητα.
Τα πράγματα είναι ακόμη στις βαλίτσες και στα κουτιά. Η ζωή μου ξεδιπλώθηκε μέσα σε δυο μέρες με εκκωφαντικό θόρυβο. Τα παλιά γράμματα, οι κάρτες, οι φωτογραφίες… Σαν να έχω ζήσει ανέμελα και παιδικά. Σκέφτομαι πως το έζησα, μα φαντάζει τόσο μακρινό, σαν απόηχος τρένου, σαν τις γραμμές που τρίζουν, τα σταθερά μου βαγόνια που κινούνται σε προκαθορισμένη τροχιά. Τα οδηγούσα και ήμουν ο κύριος. Η δύναμη των ορισμών, η μοιραία αλήθεια. Κι είπα κι εγώ, έτσι χωρίς να το θέλω, να το στρίψω το γαμημένο το τιμόνι. Και να φύγω. Η ζωή βλέπεις… έτσι είναι η ζωή.
Σε κάθε περίπτωση αναπολούσα. Η απόφαση ήταν ασυνείδητη μα πάντα συνειδητή στην ουσία της. Την έζησα. Είχα το θάρρος να τα γκρεμίσω όλα για σένα. Έτσι πίστευα, μα η ζωή…. η γαμημένη η ζωή μου έδειξε το δρόμο. Ο δρόμος ήταν δικός μου. Εγώ. Κανείς άλλος.
Κοιτούσα τις φωτογραφίες. Πουθενά εσύ. Πάντα εγώ χαμογελώντας περήφανα με το φόβο στο βλέμμα, με την περιοδική μου χάρη, αυτή που νόμιζα για αλήθεια, που κατατρόπωνα τα βράδια, που ζούσα τη μέρα. Σαν από πάντα αληθινή, η χάρη του βυθού, του σκοταδισμένου ήλιου. Της μοίρας που κρατούσα στα χέρια μου. Η ζωή… η γαμημένη η ζωή ήταν δική μου.
Ελεύθερη πια στον ήλιο. Εγώ. Το φως που περιφρονούσα βρήκε κάθε δίοδο. Παρανάλωμα πυρός που λένε. Κοινοτοπίες, εριστικές μαλακίες, ξερολισμοί, απόλυτες προκαθορισμένες έννοιες που με καθόριζαν. Τις έσπασα, μ’ ακούς. Μόνη μου, εγώ.
Το φως που περιφρονούσα με έπιασε σε δίχτυ. Σε θολά νερά που διαθλούν την ομορφιά. Η ομορφιά μου έσπασε σαν σε αστοχία σε θραύση. Κι απόμεινα σάρκα. Ένας εμετός σχηματοποιημένος χωρίς δεσμά.
Σε άκουσα, βλέπεις.
Ήταν τα λόγια τα βαριά που μέτρησα, τα λόγια της απουσίας σου. Ηχηρά και χλωμά μα τα άκουσα. Έπαψα, σιώπησα.
Σε άκουσα βλέπεις.

Και σε βρήκα. Ήσουν αντικατοπτρισμός, ένας μηρυκαστικός τράγος. Το φως και η γνώση. Η λεφτεριά μου. Άνοιξα το παντζούρι, το φως και η γνώση με αγκάλιασαν τρυφερά. Αυτό θέλω να αφήσω στον κόσμο, σκέφτηκα. Την ουσία μου.

Comments

Popular posts from this blog

Ταϋγετος

Δοκίμιο ή Το φως μέσα μας

Το «είμαι» -- Μέρος 2ο