Η έρημος και το δωμάτιο


Η σιωπή ρέει άφθονη αυτό το μαγιάτικο βράδυ. Η βροχή των προηγούμενων ημερών έχει αφήσει τα σημάδια της στον αέρα, η υγρασία και τα προεόρτια του καλοκαιριού περιδιαβαίνουν έξω από το μπαλκόνι μου και η Αθήνα, πόλη ολοζώντανη, πλέει ατέρμονα στο χρόνο. Όλον αυτόν τον καιρό περίμενα υπομονετικά αυτό το μαγιάτικο βράδυ. Με είχε κυριεύσει, βλέπετε, μιαν ασκητική σιωπή, απαραίτητη καθώς διέσχιζα σιγά-σιγά την έρημο.

Είναι πρωτόγνωρο να αισθάνεται κανείς μοναξιά, το αποτράβηγμα από τα «εγκόσμια», μέσα στον «κόσμο». Να περικυκλώνεται από χιλιάδες ανθρώπους που δρουν και βρίσκονται κοντά του, ακόμη και των λιγότερων, «δικών» του[i] ανθρώπων και να νιώθει έναν λεπτό, σχεδόν διάφανο μανδύα να τον κρατά μακριά από τη δράση. Παρατηρεί, αφουγκράζεται, στέκεται στον χρόνο αλλά δεν συνδέεται, δεν ακουμπά. Ταυτόχρονα, προχωρά παράλληλα και διασχίζει το δικό του δρόμο.

Η έρημος ήταν μια δύσκολη μα εξαιρετικά χρήσιμη, όπως αποδείχθηκε, εμπειρία. Ίσως γιατί η εκκωφαντική ξηρασία και το θανατηφόρο φως κάποτε έγιναν οικεία, και, προσπερνώντας τις οάσεις των ψευδαισθήσεων, μέσα στην απόλυτη απραξία, κατάφερα να διακρίνω μία κόκκινη κλωστή, αφημένη στην άμμο. Ο δρόμος που ακολουθούσα δεν ήταν χαραγμένος, μοναχά αποφάσισα να πιάσω την άκρη της κλωστής και να προχωρήσω.
Ένιωθα πως βαδίζω στα τυφλά. Φως άπλετο μα επιθετικό. Αποκάλυπτε στην πορεία κάθε μικρή μου αμυχή ή τραύμα από το παρελθόν. Κι όσο κι αν προσπαθώ να πλάσω μία θελκτική εικόνα με τις λέξεις, θα παρότρυνα όλους να νιώσουν, την πυγμή των λαθών, των ενοχών, την ελαφρότητα των θριάμβων, κυρίως όμως το διαχωρισμό μεταξύ των ανθρώπων που κρατούν την κλωστή και προχωρούν και της ίδιας της ζωής τους.

Μέσα στην έρημο λοιπόν επέλεξα να μην κρίνω τον δρόμο. Να σιωπήσει ο νους, να ασκηθεί το σώμα, να νιώσω την κόπωση των μυών, την ικανοποίηση των πραγματοποιήσιμων στόχων. Η έρημος δεν είχε τίποτε το θεωρητικό εντός, παρά μόνον την κλωστή. Και τη μάζευα, βήμα-βήμα, φτιάχνοντας το δικό μου κουβάρι.

Το μαγιάτικο βράδυ συνεχίζει ακάθεκτο να αποκαλύπτει το παρελθοντικό μονοπάτι των άστρων και σκέφτομαι ξανά και ξανά τον δρόμο που ακολούθησα. Στο μυαλό μου έρχεται συνεχώς μια ονειρική εικόνα: να νιώθεις πως προχωράς μα στους ανθρώπινους περιορισμούς του χρόνου και του τόπου να νιώθεις πως στέκεσαι ακίνητος. Και να παρατηρείς τον εαυτό σου στην ακινησία και στη σιωπή. Πολλοί θα πουν πως κάπως έτσι γίνεται ο διαλογισμός, για μένα όμως δεν ήταν συνειδητή σιωπή. Ήταν μιαν αυτόματη επιλογή: η επιλογή της μη-δράσης. Της εγγύτητας και της αποστασιοποίησης του νου: εγγύτητα στο άγνωστο, αποστασιοποίηση από την επιρροή.

Το κουβάρι συνέχιζε να τυλίγεται στα χέρια μου, κι όπως το έβλεπα και το ξανάβλεπα να αποκτά όλο και περισσότερο όγκο, τόσο καθαρότερα καταλάβαινα πως αυτό που κρατούσα ήταν η ίδια μου η μνήμη. Μία χρονοσειρά γεγονότων, μία διαδρομή συμπυκνωμένων πληροφοριών που ανοίγονταν μπροστά μου κι εγώ τη μάζευα προσεκτικά, χωρίς όμως επίγνωση ή εκλογίκευση. Μία πράξη γενναία, όπως αποδείχθηκε.

Το σπουδαιότερο όμως όλων ήταν το τέλος, αν υπάρχει κάτι τέτοιο. Μέσα λοιπόν, σε αυτή την έρημο έστεκε, επιβλητικά, ένα κτίσμα πολύ απλό. Μία κυβική κατασκευή, χωρίς παράθυρα από καμία πλευρά, παρά μόνον μία πόρτα απ’ όπου πρόφτανε να μπει ο καυτός ήλιος της αλήθειας. Στάθηκα μπροστά, φοβισμένη, γεμάτη αμφιβολίες και περιέργεια. Κοίταξα, χωρίς να μπω μέσα. Το σκοτάδι, πηχτό, πεπεισμένο να αντισταθεί μέχρι τέλος στο φως, οι τοίχοι μαύροι και υγροί. Στη γωνία του δωματίου, ένα μικρό πεντάχρονο κοριτσάκι, κουλουριασμένο στο πάτωμα, με το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια, σε κατάσταση πλήρους φόβου και πανικού, να αποζητά την ασφάλεια, την αποδοχή, την αγάπη, την τρυφερότητα και να τρέχει τους γονείς του για να τα νιώσει καθαρά.
Στάθηκα μπροστά του και χιλιάδες σκέψεις έτρεξαν, ασχημάτιστες, σχηματοποιημένες, αισθήματα ανεξιχνίαστα, μία απέραντη θάλασσα από συναισθηματική ανεπεξέργαστη «πληροφορία». Η πρώτη μου αντίδραση σε αυτή τη νέα κατάσταση ήταν να «βγάλω» τους γονείς μου από το δωμάτιο. Ήξερα από την αρχή πως η απάντηση στο φόβο του παιδικού εαυτού μου ήμουν εγώ η ίδια, ο ενήλικος εαυτός μου, με κάθε προτέρημα και ελάττωμα μου τοποθετημένο στη σωστή του διάσταση και θέση. Ωστόσο, οι γονείς μου αποτελούσαν την εύκολη λύση, αυτή που οι περισσότεροι από εμάς του τυχερούς έχουμε ως αποκούμπι, ως δίκτυ ασφαλείας. Αυτό το μείγμα της μεγάλης αγάπης που νιώθουμε γι’ αυτούς (οι τυχεροί επαναλαμβάνω, αυτοί που έχουμε ή είχαμε γονείς που μας αγάπησαν) και της κατανόησης της ζωής μέσα από τα δικά τους μάτια, της εικόνας του κόσμου που «περνά» μέσα από αυτούς. Ίσως ήταν αυτός ο λόγος που η σκέψη και μόνο να τους «βγάλω» ήταν τρομερά επώδυνη. Σαν ένα ψυχικό σχίσμα, σαν ένα τραύμα που η ίδια προκαλούσα στον εαυτό μου, ένα τραύμα που δεν θα άντεχα. Έτσι, άλλαξα τακτική: αποφάσισα να τους καθίσω σε δύο πολύ αναπαυτικές πολυθρόνες, να τους ξεκουράσω. Αποφάσισα πως οι γονείς μου θα είναι πάντα μαζί μου, όπως κι εγώ μαζί τους, πως θα συζητώ μαζί τους, θα τους συμβουλεύομαι, θα ζητώ και τη βοήθειά τους όταν χρειαστεί αλλά πως η απόφαση, η ευθύνη είναι απόλυτα δική μου.
Ο κόσμος γύρω περνά πια μέσα από τα δικά μου μάτια. Εγώ τον καθορίζω. Εγώ, η ενήλικη  Δήμητρα φροντίζω πια το παιδί μέσα μου.



[i] η κτίση είναι μία πράξη εγωιστική και αναπόσπαστη συνάμα από τη ζωή, από την ανάγκη για ικανοποίηση του αιμοβόρου εαυτού μας.


Comments

Popular posts from this blog

Ταϋγετος

Δοκίμιο ή Το φως μέσα μας