Ο Μαΐστρος












Σε κοιτούσα να δύεις πίσω από το Λυκαβηττό. Ήταν ένα θερμό καλοκαιρινό απόγευμα. Τα μάτια μου ήταν στυλωμένα πάνω σου. 
Η αύρα και τα χρώματα τριγύρω σχηματίζουν ήχους μυστικούς που ανακλώνται στον ουράνιο θόλο, επιστρέφουν όλο και μειούμενοι, εξασθενούν, καθώς το φως χάνεται στον ορίζοντα.
Η βουή της πόλης δε μ’ αφήνει να τους ακούσω, γι’ αυτό έχω στυλώσει το βλέμμα μου προσεκτικά. Σε παρατηρώ, σαν ένα ξένο σώμα, διαφορετικό από εμένα πια, να καρπώνεσαι μία στιγμή «μεγάλης δόξας», λίγο πριν δύσεις για πάντα.
Το παρελθόν ξεδιπλώνεται μπροστά μου. Προσπάθησα να σε θάψω μέσα μου μα εσύ ανέτειλες, κάθε μέρα, ακόμη κι «εν αγνοία» μου. Η «φύση» της εξάρτησής μας όμως, ήταν πάντα εκεί. Ανίκητη όπως το φως. Σε όσα μνήματα κι αν έσκαψα, βαθιά, σκοτεινά, σχεδόν απύθμενα, εναπόθετα ένα κομμάτι της δικής μου ψυχής. Εσύ ήσουν ακόμη ανίκητος.
Το φως κοντεύει να σβήσει. Αστράκια λευκά και φωτεινά τινάχτηκαν ξαφνικά και μου γελούν. Μα το αίμα μου έχει παγώσει. Τα μάτια μου, ακόμη στυλωμένα στο κενό που άφησες.
Το κενό που άφησες με έχει τρομάξει. Η ιδέα και μόνο πως είμαι ελεύθερη με οδηγεί σε ένα βαθύ αναστεναγμό. Μετά από λίγο, άλλος ένας. Τώρα κλαίω με λυγμούς. Το κλάμα μου προσφέρει αγαλλίαση και μια απόδειξη: πως μπορώ και νιώθω πια.
Το παρελθόν πάλι μπρος μου. Στα μνήματα τα βαθιά κι απύθμενα άφηνα την καρδιά μου ολόκληρη. Ήμουν κενή. Μπόρεσα να ζήσω κενή τόσα χρόνια. Κενή από αισθήματα, από ενδιαφέροντα, από άλλα κορμιά. Κενή από χάδια, από γέλια, από ευτυχία. Εσύ ανέτειλες πάντα, ένας νεκρός οργανισμός με υπερφυσικές δυνάμεις που με νικούσες κάθε φορά. Για τόσα, μα τόσα πολλά χρόνια.
Το κλάμα έχει σταματήσει. Ηρεμία. Έχω μπει σε «αχαρτογράφητα» νερά. Η δύση σου χρωματίστηκε με κάτι από θάνατο, νιώθω το πένθος, την απώλεια. Το τραύμα άρχισε να κλείνει μέσα στην ανία και τη ζέστη κι εγώ θυμήθηκα το μαΐστρο που θα με σύρει και πάλι στη δροσερή θάλασσα, θα με ραπίσει σε κάποια ξεχασμένη αμμουδιά. Θυμήθηκα.

Τελικά, θυμήθηκες ποιος είσαι;
Μέσα στη λαίλαπα, μέσα στη φωτιά και στις βουτιές σου στη σκοτεινιά
Θυμήθηκες αλήθεια;
Πως δεν αντέχεις τα ψέματά τους και την ανελευθερία τους,
Πως θα είσαι πάντα προφήτης της καταπίεσής τους.
Δε μπορεί. Έτσι ήσουν πάντα.
Έτσι έμαθες να αναπνέεις.
Τοξικά.

Μέσα στις φόρμες του έρωτα, στα ημίμετρα και στους κόντρα καιρούς
Στις μεγάλες πτώσεις των προσωπείων.
Στους θυμούς και στα γέλια τους.
Θυμάσαι; Τους κοιτούσες από ψηλά, τους ποθούσες στους λαγόνες σου.
Θυμάσαι; Πως άφηνες τα κορμιά τους να πέφτουν επάνω σου, να σε κατασπαράξουν
Οι ύαινες,
Οι τίγρεις που διψούν για αίμα.
Θυμήθηκες λοιπόν τον εαυτό σου;

Έψαχνες τους μεγάλους ανθρώπους. Το δικό σου το είδος. Μα πουθενά.
Θυμήθηκες πια.
Πως φτάνεις πολλές φορές στο τέλος των αγώνων σου,
Και πάλι από αρχή κοιτάς τις σάρκες τις άψυχες να τριγυρνούν.
Μπρος στο φως σου, χάνονται,
μπρος στη λύπη τους, σπας
Με τα δόντια σου προσπαθείς να μασήσεις τις αλυσίδες τους.

Είσαι από μόνος σου, μόνος
Από μόνος, ελεύθερος.
Τα δεσμά σου τα βλέπεις.


(Δήμητρα. Θυμήθηκες ΠΟΙΑ είσαι;)

Comments

Popular posts from this blog

Ταϋγετος

Η έρημος και το δωμάτιο

Δοκίμιο ή Το φως μέσα μας