Οι Μεγάλοι Θεοί


Οι αρχαίοι λίθοι και οι κίονες στέκουν γύρω μου διάσπαρτοι. Επικρατεί μία παράξενη ησυχία που διαλύεται μόλις κλείσω τα μάτια. Οι ήχοι της φύσης αναδύονται μεμιάς, σε απόλυτη ισορροπία. Τα ξερά φύλλα που περιπλέκονται, τα τζιτζίκια που πριονίζουν τον άνεμο, ο περιοδικός παφλασμός των κυμάτων και η ζέστη που σχεδόν ακούγεται, αυτή η γλυκιά τυραννία του καλοκαιριού.

Έχω ανοίξει τα μάτια μου. Δεν είμαι μόνη. Περνούν πολλοί από το μικρό περιμετρικό μονοπάτι του αρχαιολογικού χώρου. Τους λούζει το μεσημέρι, κρατούν μπουκάλια με νερό, φορούν καπέλα, συζητούν. Παιδιά ακολουθούν νωχελικά και τραβούν τις μπλούζες των γονιών τους με παράπονο. Αυτές οι πέτρες τους είναι αδιάφορες και η θάλασσα τα καλεί από μακριά για ατελείωτο παιχνίδι. Ο κόσμος λιγοστεύει κι εγώ συνεχίζω τη συνομιλία μου με τις ελιές, το μικρό ποτάμι, την κορυφή του επιβλητικού βουνού.

Δεν είμαι μόνη.

Αντιλαμβάνομαι πως συμβαίνει ο  κατακερματισμός μιας ενέργειας, «Ίσως με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσα να ορίσω τη φύση», σκέφτομαι. Χαμογελώ με τη δική μου ανάγκη να ελέγχω τη σκέψη μου, να ορίζω. Τα στοιχεία αυτά υπάρχουν μοναδικά και ταυτόχρονα, συνθέτουν ένα σύνολο σε πλήρη αρμονία. Δεν φέρουν καμία αντίσταση, ακολουθούν τη ροή του χρόνου ακόμη κι αν δείχνουν ατάραχα και σταθερά. Η αποδόμησή τους θα συμβεί και η ύλη θα ανακυκλωθεί.  Ουδέν εξ ουδενός.

Ο άνεμος συνεχίζει να πιλατεύει τα μαλλιά και τα ρούχα μου. Δεν είμαι μόνη. Αρχίζω να αναρωτιέμαι πώς να ήταν άραγε οι Μεγάλοι Θεοί. Το βλέμμα μου στρέφεται μέσα. Την ίδια στιγμή ο άνεμος αποκτά διάσπαρτους αδιαφανείς όγκους. Οι μύθοι αρχίζουν και με περικυκλώνουν. Ψιθυρίζουν μια γλώσσα αρχαία και ακατάληπτη μα είμαι σίγουρη πως σιγοτραγουδούν το μεγάλο Μυστήριο του έρωτα, τη συμπαντική του βασιλεία. Νιώθω το χνώτο τους και μαζί τη γη να κοχλάζει. Το σώμα μου αρχίζει και πονά έντονα. Η βαρύτητα τραβάει τα όργανά μου, την καρδιά, το στομάχι, το συκώτι μου, προς τα κάτω, είναι πλέον μέσα στη μήτρα μου. Οι ψίθυροι δυναμώνουν, νιώθω πως βρίσκομαι μέσα σε μία φλεγόμενη μπόρα. Ο κατακερματισμός της φύσης με συνεπαίρνει και τυλίγει με πέπλα τα σπασμένα γωνιώδη κομμάτια μου. Η ένωση έχει κάθετη φορά και σταματά απότομα. Οι Μεγάλοι Θεοί μονομιάς διαλύονται και ο άνεμος είναι πάλι ελαφρύς και διάφανος.

Το βλέμμα μου επανέρχεται στο εξωτερικό περιβάλλον. Μοιάζει να μην έχω ζήσει την παρουσία τους. Ο χρόνος έχει κυλίσει λογαριθμικά κι τίποτα δεν έχει αλλάξει. Αποκτώ πάλι την ανθρώπινη μορφή μου. Η μόνη απόδειξη είναι ο πόνος που διατρέχει ακόμη όλο μου το κορμί. Προσπαθώ να σηκωθώ και τα καταφέρνω. Οι άνθρωποι γύρω μου συνεχίζουν να περνούν, τα πεσμένα φύλλα συνεχίζουν τις επιδρομές τους.

Ο ήλιος πέφτει πάνω μου γλυκός και φανερώνει τη σκιά μου. Είναι μεγαλύτερη, παράξενη. Διακρίνω το κεφάλι και τα χέρια μου. Το υπόλοιπο σώμα μου όμως μοιάζει καλυμμένο με ένα μακρύ διάφανο χιτώνα που ανεμίζει. Εντοπίζω τον πόνο πια μόνο στα πλευρά μου κι όπως στρίβω ελαφρά τα παρατηρώ με τρόμο: έχουν φυτρώσει εκεί δύο πανέμορφα μεγάλα φτερά.


Σαμοθράκη, 2016

Comments

Popular posts from this blog

Ταϋγετος

Η έρημος και το δωμάτιο

Δοκίμιο ή Το φως μέσα μας